EN | GR

Η νησιωτική πολιτική ως γεωπολιτικός χειρισμός — Η ανάγκη νέας ολιστικής εθνικής στρατηγικής

Περίληψη

Η γεωπολιτική σημασία των μικρών νησιών και νησίδων του Αιγαίου δεν εξαντλείται στην κυριαρχία ή στα θαλάσσια δικαιώματα, που επιβουλεύεται η Τουρκία. Εξαρτάται επίσης από τη λειτουργική τους ένταξη σε ευρύτερα νησιωτικά συστήματα, τη συνέχεια της ανθρώπινης και οικονομικής παρουσίας και την ικανότητα του κράτους να τα διοικεί, να τα συνδέει και να τα προστατεύει.

Το δοκίμιο προτείνει την έννοια του «λειτουργικού νησιωτικού συμπλέγματος»: ομάδας κατοικημένων νησιών, μικροτέρων νησίδων και ενδιαμέσων θαλασσίων χώρων που συνδέονται ιστορικά μέσω κατοικήσεως, παραγωγής, μετακινήσεων, ανεφοδιασμού και διοικήσεως. Δεν αποτελεί αυτοτελή κανόνα του Δικαίου της Θαλάσσης σε ισχύ, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως ελληνική αναλυτική και πολιτική πρόταση, βάση κρατικής πρακτικής και διεθνούς επιχειρηματολογίας. Δεν μετατρέπει αυτομάτως κάθε βράχο σε νησί πλήρους επηρείας· επιτρέπει όμως να αμφισβητηθεί εμπράκτως η τεχνητή απομόνωση κάθε νησίδας από το σύστημα στο οποίο εντάσσεται.

Προτείνεται ολοκληρωμένο πρόγραμμα που θα συνδυάζει δημογραφία, παραγωγή, περιβάλλον, υποδομές και πολιτιστική κληρονομιά, με τελικό κριτήριο την εθνική ασφάλεια όταν, παρά την εξέταση όλων των εναλλακτικών, οι στόχοι παραμένουν ασύμβατοι σε εθνικώς κρίσιμο χώρο.

The living picture of the Aegean Archipelago Μία ζώσα, διαχρονικη εικών του Αιγαίου Αρχιπελάγους

Εισαγωγή — Η εγκατάλειψη δεν είναι ουδέτερο φαινόμενο

Τα μικρά νησιά και οι νησίδες εμφανίζονται συνήθως είτε ως προστατευόμενοι οικότοποι είτε μόνον όταν εκδηλώνεται ελληνοτουρκική κρίση και επανέρχεται η θεωρία των «γκρίζων ζωνών». Απουσιάζει η βασική εικόνα: αποτελούν τμήματα ζωντανού ανθρώπινου, οικονομικού, διοικητικού και στρατηγικού χώρου, που χαρακτηρίζει την Ελλάδα ως θαλάσσιο κράτος. Τα μικρά νησιά πρέπει, επομένως, να αντιμετωπίζονται ως μέρη ζωντανού ελληνικού εθνικού χώρου και όχι ως απομονωμένα και μεμονωμένα σημεία.

Το Αιγαίο δεν είναι μία θαλάσσια ζώνη που χωρίζει δύο αντικριστές και ισοδύναμες ακτές, την ελληνική και την τουρκική, με τα ελληνικά νησιά να παρεμβάλλονται ως απομονωμένα σημεία μεταξύ των. Η Ελλάς συγκροτείται οργανικά τόσο από την ηπειρωτική όσο και από τη νησιωτική της επικράτεια, η οποία αποτελεί το αιγαιακό της τμήμα. Το Αιγαίο είναι, επομένως, ένας εξαιρετικά πυκνός ελληνικός νησιωτικός χώρος, μέσα στον οποίο κατοικημένα νησιά, μικρότερες νησίδες, βραχονησίδες και θαλάσσιες οδοί συγκροτούν ομάδες με στενές γεωγραφικές, ιστορικές, διοικητικές και οικονομικές σχέσεις. Η Ελλάς και η Τουρκία δεν αποτελούν δύο ακτές που διεκδικούν έναν ενδιάμεσο αδέσποτο χώρο· αποτελούν δύο διακριτά κράτη, των οποίων οι επικράτειες χωρίζονται από καθορισμένα σύνορα, με βάση συγκεκριμένες διεθνείς συνθήκες και κανόνες του διεθνούς δικαίου.

Ο νησιωτικός αυτός χώρος διαθέτει δική του ιστορική συνέχεια, παραγωγική λειτουργία και κοινωνική συνοχή. Δεν αποτελεί εξάρτημα της ηπειρωτικής χώρας. Μεταξύ αρχιπελαγικής και ηπειρωτικής Ελλάδος υπάρχει σχέση αμοιβαίας ενισχύσεως: η ενδοχώρα παρέχει διοικητικά, οικονομικά, αμυντικά και συγκοινωνιακά δίκτυα, ενώ τα νησιά διευρύνουν την ελληνική οικονομία, επαυξάνουν την θαλάσσια παρουσία, και συνδέουν την Ελλάδα με την Ανατολική Μεσόγειο.

Η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει τη λειτουργική αυτή ενότητα. Η Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία οργανώθηκε ως θαλάσσιο δίκτυο νησιωτικών και παρακτίων πόλεων, με αρχικό κέντρο τη Δήλο.

Η UNCLOS ορίζει την έννοια του αρχιπελάγους ως ομάδα νησιών, ενδιαμέσων υδάτων και άλλων φυσικών χαρακτηριστικών που συνδέονται τόσο στενά ώστε να αποτελούν γεωγραφική, οικονομική και πολιτική ενότητα ή να θεωρούνται ιστορικά ως τέτοια. Ο ορισμός δεν καθιστά την Ελλάδα «αρχιπελαγικό κράτος» με την ειδική νομική έννοια της Συμβάσεως, αποδίδει όμως τη λειτουργική πραγματικότητα σημαντικού μέρους του Αιγαίου (United Nations, 1982, άρθρο 46). Με βάση τον τρέχοντα ορισμό της UNCLOS η Ελλάς είναι μεικτό κράτος, συνιστάμενο από ηπειρωτικό μέρος και αρχιπελαγικό μέρος.

Οι Αρκιοί, οι Λειψοί, το Μαράθι και δεκάδες μικρότεροι σχηματισμοί αποτελούν πυκνό σύστημα νησίδων. Η βιβλιογραφία καταγράφει στις ομάδες Αρκιών και Λειψών 37 νησίδες και ανθρώπινη παρουσία στους Λειψούς, στους Αρκιούς και στο Μαράθι (Panitsa and Tzanoudakis, 2001).

Ανάλογες, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, είναι οι περιπτώσεις Καλύμνου–Καλολίμνου–Ιμίων, Λεβίθας–Κινάρου, Οινουσσών, Ψαρών–Αντιψάρων, Αγίου Ευστρατίου και Βορείων Σποράδων. Το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου–Βορείων Σποράδων περιλαμβάνει έξι μικρότερα νησιά και 22 βραχονησίδες, με διαφορετικές δυνατότητες ανθρώπινης χρήσεως και ζώντα ίχνη κτηνοτροφικής, μοναστηριακής, αλιευτικής και ναυτικής ιστορίας (ΟΦΥΠΕΚΑ, χ.χ.).

Οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι όμοιες: άλλες διαθέτουν μόνιμες κοινότητες, άλλες ιστορική ή εποχική χρήση, άλλες αυστηρή περιβαλλοντική προστασία, ενώ ορισμένοι σχηματισμοί έχουν κυρίως στρατηγική σημασία. Η διαφορετικότης επιβάλλει κατηγοριοποίηση. Εξίσου λανθασμένο είναι να παρουσιάζεται κάθε βράχος ως κατοικήσιμο νησί ή κάθε ακατοίκητη νησίδα ως άχρηστος σχηματισμός.

Η κτηνοτροφία, η παράκτια αλιεία και οι μικρής κλίμακος παραγωγικές δραστηριότητες υπήρξαν συστατικά πολλών νησιωτικών οικονομιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει το ηυξημένο κόστος μεταφοράς στα μικρά νησιά του Αιγαίου και στηρίζει τόσο τον εφοδιασμό όσο και την τοπική αγροτική παραγωγή (European Parliament and Council, 2013).

Η λειτουργική σχέση κατοικημένων νησιών και μικρότερων νησίδων διαρρηγνύεται από την ακτοπλοϊκή απομόνωση, την έλλειψη υπηρεσιών, το υψηλό κόστος παραγωγής και περιορισμούς χωρίς γεωπολιτική αξιολόγηση. Έτσι τροφοδοτείται φαύλος κύκλος δημογραφικής αποδυναμώσεως και γεωπολιτικής απαξιώσεως.

Η πίεση αυτή δεν κατανέμεται ομοιόμορφα· είναι εντονότερη στα μικρότερα και λιγότερο τουριστικά νησιά. Μελέτη για τη νησιωτικότητα, η οποία επεξεργάζεται επίσημα στατιστικά δεδομένα, καταγράφει δυσμενείς δημογραφικούς δείκτες και δείκτες γηράνσεως, ιδίως δε τη σχέση γεννήσεων και θανάτων, σε σειρά μικρών νησιών του Βορείου και του Ανατολικού Αιγαίου, μεταξύ των οποίων οι Οινούσσες, τα Ψαρά, ο Άγιος Ευστράτιος και οι Λειψοί. Η δημογραφική ανθεκτικότητα δεν αποτελεί, επομένως, αφηρημένο αναπτυξιακό στόχο, αλλά προϋπόθεση διατηρήσεως της λειτουργικής συνοχής του νησιωτικού χώρου (ΕΕΤΑΑ, 2023). Η εγκατάλειψη, ένα περιοδικό φαινόμενο, δεν μεταβιβάζει κυριαρχία ούτε καταργεί θαλάσσια δικαιώματα. Σε περιβάλλον συστηματικής τουρκικής αμφισβητήσεως, όμως, μειώνει την πραγματική παρουσία, διακόπτει χρήσεις και διευκολύνει την παρουσίαση του χώρου ως κενού και αμφισβητήσιμου. Η αδυναμία ανασχέσεώς της συνιστά βαρειά πολιτική ευθύνη.

Η Ελλάς χρειάζεται ενιαία, ολοκληρωμένη πολιτική που θα συνδέει δημογραφία, παραγωγή, ακτοπλοΐα, περιβάλλον, πολιτιστική κληρονομιά, υποδομές και εθνική ασφάλεια, με έμφαση στην υπηρέτηση της τελευταίας.

1. Το Αιγαίο ως λειτουργικό νησιωτικό σύστημα

Διαχρονικά, στα μικρά συμπλέγματα η επιβίωση δεν περιοριζόταν στην κεντρική νήσο. Το κατοικημένο νησί παρείχε κατοικία, σχολείο, εκκλησία, λιμένα και αγορά, ενώ οι γειτονικές νησίδες βοσκοτόπους, αλιευτικά πεδία, αγκυροβόλια και χώρους εποχικής δραστηριότητος.

Για να αποδοθεί αυτή η πραγματικότης προτείνεται ο όρος «λειτουργικό νησιωτικό σύμπλεγμα»: πρόκειται για μια νέα αναλυτική και πολιτική, όχι ήδη αναγνωρισμένη νομική, έννοια. Ως τέτοιο νοείται ομάδα γειτονικών νήσων και νησίδων που συνδέονται διαχρονικά μέσω κατοικήσεως, παραγωγής, αλιείας, μετακινήσεων, ανεφοδιασμού, διοικήσεως και κοινής χρήσεως της θαλάσσης. Δεν απαιτείται κάθε σχηματισμός να υποστηρίζει αυτοτελώς πλήρη κοινωνία, αλλά να λειτουργεί ως μέρος συνεκτικού ανθρώπινου, οικονομικού και στρατηγικού χώρου.

Όπως ένα αστικό πάρκο αποτελεί οργανικό τμήμα της πόλεως χωρίς να κατοικείται, έτσι και η λειτουργική αξία μιας νησίδας δεν εξαρτάται από αυτοτελή κατοίκηση. Μια ακατοίκητη νησίδα μπορεί να αποτελεί οργανικό τμήμα γειτονικής κοινότητας ως βοσκότοπος, αλιευτικό σημείο, αγκυροβόλιο, τόπος εποχικής διαμονής, καταφύγιο ή οικολογικό απόθεμα. Η αξία της προκύπτει και από τη θέση της στο συνολικό δίκτυο ζωής και δραστηριότητος.

Όπως σε μία γεωργοκτηνοτροφική εκμετάλλευση οι μη συνεχόμενες γαίες αποτελούν ενιαία παραγωγική μονάδα, έτσι και στο Αιγαίο η θαλάσσια εδαφική ασυνέχεια δεν συνεπάγεται λειτουργική ασυνέχεια. Η θάλασσα υπήρξε συγχρόνως όριο και οδός επικοινωνίας.

Η απομόνωση κάθε σχηματισμού από το ιστορικό και παραγωγικό του περιβάλλον παραμορφώνει την πραγματικότητα. Η Ελλάς έχει συμφέρον να αντιτάξει την έννοια του λειτουργικού συμπλέγματος και να την στηρίξει με κρατική πρακτική. Στους Αρκιούς, η αυτοτελής εξέταση κάθε ακατοίκητης νησίδας αποκρύπτει τη σχέση της με το κατοικημένο νησί, τις θαλάσσιες διαδρομές και τις παραδοσιακές χρήσεις, που την καθιστούν παραγωγικό ή λειτουργικό εξάρτημα υπαρκτής κοινότητος. Ανάλογες σχέσεις συνδέουν τους Λειψούς, την Κάλυμνο με την Καλόλιμνο, τις Οινούσσες με τις νησίδες τους και τα Ψαρά με τα Αντίψαρα. Στη Λέβιθα και στην Κίναρο η σημασία της παρουσίας μετράται με τη διάρκειά της, τα κτίσματα, τις παραγωγικές δραστηριότητες και την εξυπηρέτηση διερχομένων σκαφών, όχι μόνο με τον αριθμό κατοίκων. Η Καλόλιμνος και τα Ίμια αποτελούν διαφορετικό υπόδειγμα. Τα Ίμια δεν είναι αυτάρκης οικονομική μονάδα· η σημασία τους βρίσκεται στην ελληνική κυριαρχία, στην αιγιαλίτιδα ζώνη, στη γεωγραφική θέση και στην ένταξή τους στο ιστορικό και διοικητικό περιβάλλον της Καλύμνου και της Δωδεκανήσου. Η εγγύτης προς την Καλόλιμνο και η θέση στην ελληνική πλευρά της οριοθετήσεως του 1932 ενισχύουν τη σύνδεση.

Η έννοια του λειτουργικού συμπλέγματος δεν καταργεί την αυτοτελή νομική εξέταση κάθε σχηματισμού, ούτε όμως επιβάλλει στην Ελλάδα τη στενότερη δυνατή ερμηνεία της Συμβάσεως UNCLOS. Ιστορική χρήση, παραγωγική ένταξη, διοικητική συνέχεια και σχέση με υπαρκτή κοινότητα πρέπει να καταγράφονται και να προβάλλονται συστηματικά. Η τελική νομική κρίση μπορεί να παραμένει ανοικτή· η ελληνική στρατηγική δεν πρέπει να είναι.

Η οικονομική ζωή δεν προϋποθέτει την απόλυτη αυτάρκεια. Ακόμη και ισχυρά κράτη εξαρτώνται από εισαγωγές ενεργείας, τροφίμων, πρώτων υλών, φαρμάκων και τεχνολογίας, χωρίς να αμφισβητείται η πραγματική οικονομική και κοινωνική τους ζωή. Το ίδιο ισχύει για τις μικρές νησιωτικές κοινότητες. Η εισαγωγή ύδατος, καυσίμων ή τροφίμων δεν αποδεικνύει αδυναμία κατοικήσεως ή οικονομικής ζωής· κρίσιμο είναι αν υπάρχει πραγματική, διαρκής και οργανικά συνδεδεμένη με τον τόπο δραστηριότης.

Η οικονομία του Αιγαίου υπήρξε ανέκαθεν δικτυακή. Το μαρτυρούν η προϊστορική διακίνηση του μηλιακού οψιανού και τα ναυάγια εμπορικών πλοίων με οίνο, έλαιο και άλλα προϊόντα μεταξύ νησιωτικών και παρακτίων κέντρων. Ο σύγχρονος σχεδιασμός οφείλει να αναγνωρίζει αυτή τη φύση.

2α. Γιατί το Αιγαίο δεν έχει νομικό καθεστώς αρχιπελάγους

Το Αιγαίο αποτελεί αρχιπέλαγος με τη γεωγραφική, ιστορική και πολιτιστική έννοια της λέξεως. Δεν αποτελεί όμως ενιαίο σύνολο «αρχιπελαγικών υδάτων» με την ειδική νομική έννοια του Μέρους IV της UNCLOS. Κατά τα άρθρα 46–47 της UNCLOS, αρχιπελαγικό κράτος συγκροτείται εξ ολοκλήρου από ένα ή περισσότερα αρχιπελάγη και μπορεί να χαράξει, υπό όρους, αρχιπελαγικές γραμμές βάσεως. Τα εσωτερικά αρχιπελαγικά ύδατα αποκτούν ειδικό καθεστώς (United Nations, 1982, άρθρα 46–53).

Η Ελλάς δεν πληροί τον ορισμό λόγω της εκτεταμένης ηπειρωτικής επικρατείας της. Ως μεικτό κράτος δεν διαθέτει γενικό δικαίωμα να περικλείει εξωτερικά αρχιπελάγη με τις γραμμές του Μέρους IV. Η μεταγενέστερη πρακτική ορισμένων μη αρχιπελαγικών κρατών με εξωτερικά αρχιπελάγη δείχνει ότι το ζήτημα δεν έπαψε να αποτελεί αντικείμενο κρατικών διεκδικήσεων (βλ. υποσημείωση 1). Η Ελλάς έχει κάθε συμφέρον να συνταχθεί με τέτοια κράτη και να διεκδικήσει αρχιπελαγικό καθεστώς για το Αιγαίο. Κράτη όπως η Δανία, η Νορβηγία, ο Ισημερινός, η Ισπανία και η Γαλλία έχουν χαράξει ευθείες γραμμές βάσεως γύρω από ορισμένα εξωτερικά αρχιπελάγη τους. Δεν έχει, ωστόσο, διαμορφωθεί έως σήμερα γενικός εθιμικός κανόνας που να επιτρέπει στα μεικτά κράτη να υπαγάγουν τα εξωτερικά αρχιπελάγη τους στο ειδικό καθεστώς του Μέρους IV της UNCLOS, ενώ και η πρόσφατη ακαδημαϊκή επανεξέταση του ζητήματος καταλήγει ότι το ισχύον δίκαιο δεν παρέχει επαρκή βάση για μια τέτοια υπαγωγή (Redgwell and Tzanakopoulos, 2023). Πάντως, ο τρόπος συγκροτήσεως των διεθνών δικαιϊκών κανόνων είναι ρευστός· η εξέλιξη του διεθνούς δικαίου συχνά αρχίζει από μονομερείς και αρχικώς αμφισβητούμενες κρατικές πρωτοβουλίες, οι οποίες αποκτούν κανονιστική σημασία μόνον εφόσον επαναληφθούν, υποστηριχθούν και γίνουν ευρύτερα αποδεκτές.

Η διαπίστωση αυτή οριοθετεί το σημερινό δίκαιο, όχι την κρατική πρακτική ή τη μελλοντική του εξέλιξη. Η πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων να μη συντονίζεται με άλλα μεικτά κράτη για διεκδίκηση του κοινού συμφέροντος είναι τουλάχιστον ακατανόητη.

2β. Η UNCLOS και η ελληνική επιλογή μετά την υιοθέτησή της

Για να εκτιμηθούν οι δυνατότητες μιας μακροπρόθεσμης ελληνικής διεκδικήσεως ως προς τα εξωτερικά αρχιπελάγη, πρέπει πρώτα να εξεταστεί πώς διαμορφώθηκε ο σημερινός αποκλεισμός των μικτών κρατών από το ειδικό αρχιπελαγικό καθεστώς. Η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί φυσικό ή αναπόφευκτο κανόνα. Είναι προϊόν του πολιτικού και νομικού συμβιβασμού που διαμορφώθηκε κατά την Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θαλάσσης, από το 1973 έως το 1982. Τα αμιγώς αρχιπελαγικά κράτη πέτυχαν την αναγνώριση της γεωγραφικής τους ενότητος. Τα κράτη, όμως, που διέθεταν ταυτόχρονα ηπειρωτική χώρα και εξωτερικά αρχιπελάγη δεν πέτυχαν αντίστοιχη γενική ρύθμιση.

Η Ελλάς υπέβαλε το 1974 το σχέδιο A/CONF.62/C.2/L.50, υποστηρίζοντας ότι τα νησιά δικαιούνται τις ίδιες θαλάσσιες ζώνες με τις λοιπές χερσαίες επικράτειες και ότι οι οριοθετήσεις διέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου (United Nations, 1974a).

Η τουρκική πρόταση A/CONF.62/C.2/L.55 ζητούσε διαφοροποιημένη μεταχείριση των νησιών βάσει μεγέθους, θέσεως, πληθυσμού και άλλων παραγόντων. Τα πρακτικά δείχνουν σύγκρουση γεωγραφικών συμφερόντων, όχι ζήτημα επιδεκτικό απλής ελληνικής διακηρύξεως (United Nations, 1974b; United Nations, 1974c).

Δεν είναι, επομένως, ακριβές ότι μία κυβέρνηση μπορούσε απλώς να ανακηρύξει το Αιγαίο αρχιπέλαγος. Μετά την UNCLOS, τέτοια μονομερής πράξη δεν θα στηριζόταν στο Μέρος IV, ενώ η Ελλάς επέλεξε να ενταχθεί στο κανονιστικό πλαίσιο της Συμβάσεως.

Το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα είναι διαφορετικό. Χρειάζεται να διερευνηθεί αν η ελληνική διπλωματία κατανόησε εγκαίρως τη μακροπρόθεσμη σημασία του αποκλεισμού των μεικτών κρατών από το αρχιπελαγικό καθεστώς, αν διεκδίκησε με επαρκή συστηματικότητα ειδική ρύθμιση για τα εξωτερικά αρχιπελάγη και αν επιχείρησε να συγκροτήσει συμμαχίες με κράτη που αντιμετώπιζαν ανάλογο πρόβλημα. Η πλήρης διερεύνηση του ζητήματος αυτού εκφεύγει των σκοπών του παρόντος δοκιμίου. Εξ άλλου, θα απαιτούσε αρχειακή έρευνα, και δεν θα ήταν σοβαρό να αποδοθεί πρόχειρα η αποτυχία σε ένα μόνο πρόσωπο ή κόμμα· η ευθύνη για το τελικό διεθνές αποτέλεσμα είναι προφανώς σύνθετη.

Σαφέστερη είναι η διαχρονική πολιτική ευθύνη για όσα ακολούθησαν. Αφού κατέστη σαφές ότι η Ελλάς δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το ειδικό αρχιπελαγικό καθεστώς της Συμβάσεως, όφειλε να αναπτύξει μία συνεκτική εναλλακτική στρατηγική: να ενισχύσει τα μικρά κατοικημένα νησιά, να καταγράψει τις ιστορικές χρήσεις των νησίδων, να διατηρήσει τις ακτοπλοϊκές και παραγωγικές συνδέσεις και να αντιμετωπίσει τον αιγαιακό χώρο ως ενιαίο λειτουργικό σύστημα στον εσωτερικό της σχεδιασμό. Αντί γι’ αυτό, οι πολιτικές για τη δημογραφία, την ακτοπλοΐα, τη χωροταξία, την κτηνοτροφία, το περιβάλλον και την άμυνα παρέμειναν κατακερματισμένες.

Ακριβώς επειδή το διεθνές δίκαιο δεν αντιμετωπίζει το Αιγαίο ως ενιαίο ελληνικό αρχιπελαγικό χώρο, η ίδια η Ελλάς πρέπει να το αντιμετωπίζει ως ενιαίο λειτουργικό και στρατηγικό σύστημα.

3. Κυριαρχία, θαλάσσιες ζώνες και επήρεια

Η συζήτηση συχνά συγχέει τρία ζητήματα: κυριαρχία, δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες και επήρεια κατά την οριοθέτηση.

Η κυριαρχία δεν εξαρτάται νομικά από την κατοίκηση ή την οικονομική δραστηριότητα· εξαρτάται από τους διεθνείς τίτλους, τις συνθήκες, τη διοικητική υπαγωγή και την άσκηση κρατικής εξουσίας (βλ. υποσημείωση 2). Η τουρκική θεωρία των «γκρίζων ζωνών» δεν αφορά απλώς την έκταση των θαλασσίων ζωνών, αλλά αμφισβητεί τον ίδιο τον τίτλο ελληνικής κυριαρχίας επί ορισμένων νησίδων, με τον ισχυρισμό ότι αυτές δεν παραχωρήθηκαν ρητώς και ονομαστικώς στην Ελλάδα με τις σχετικές διεθνείς συνθήκες. Η αμφισβήτηση αυτή είναι νομικώς διακριτή από το άρθρο 121 §3 της UNCLOS, το οποίο αφορά το δικαίωμα ενός σχηματισμού σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα και όχι την κυριαρχία επ’ αυτού.

Η δεύτερη έννοια αφορά τις θαλάσσιες ζώνες. Κατά το άρθρο 121, νησί είναι μια φυσικά σχηματισμένη έκταση ξηράς, η οποία περιβάλλεται από θάλασσα και βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια της θαλάσσης κατά την πλήμμη. Κατά γενικό κανόνα, τα νησιά παράγουν αιγιαλίτιδα ζώνη, συνορεύουσα ζώνη, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, όπως και η ηπειρωτική ξηρά. Εξαιρούνται οι βράχοι που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη κατοίκηση ή οικονομική ζωή δική τους· αυτοί δεν διαθέτουν ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα (United Nations, 1982, άρθρο 121). Ακόμη και αυτοί, όμως, μπορούν να διαθέτουν αιγιαλίτιδα ζώνη· η παράγραφος 3 δεν καταργεί ούτε κυριαρχία ούτε αιγιαλίτιδα.

Η δυσκολότερη έννοια είναι η δυνατότης συντηρήσεως «ανθρώπινης κατοικήσεως ή οικονομικής ζωής δικής της». Μια εκτενής ερμηνεία της διατάξεως διατυπώθηκε το 2016 από το διαιτητικό δικαστήριο στην υπόθεση της Νοτίου Σινικής Θαλάσσης. Η απόφαση αφορά τη συγκεκριμένη διαφορά και δεν αποτελεί δεσμευτικό κανόνα για την Ελλάδα. Αποτυπώνει, όμως, μια περιοριστική ερμηνευτική τάση, σύμφωνα με την οποία εξετάζεται η φυσική ικανότης του ίδιου του σχηματισμού να συντηρήσει σταθερή ανθρώπινη κοινότητα ή οικονομική ζωή που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από εξωτερικό ανεφοδιασμό (Permanent Court of Arbitration, 2016, ιδίως παρ. 542–553).

Η Ελλάς πρέπει να γνωρίζει αυτή τη νομολογία, όχι να τη μετατρέπει σε δόγμα αυτοπεριορισμού. Δεν εξαντλεί τις ερμηνείες του άρθρου 121 ούτε καταργεί τη σημασία ιστορικής κατοικήσεως, εποχικής χρήσεως και λειτουργικής εντάξεως. Η «ανθρώπινη κατοίκηση ή οικονομική ζωή δική της» δεν ταυτίζεται εύλογα με πλήρη αυτάρκεια. Η εισαγωγή εφοδίων είναι φυσιολογική· ουσιώδη είναι η διάρκεια και η οργανική σύνδεση της δραστηριότητος με τον τόπο.

Η μεταφορά ζώων ή η κατασκευή μιας προσχηματικής εγκαταστάσεως δεν αρκούν από μόνες τους για να θεμελιώσουν ισχυρό νομικό επιχείρημα. Διαφορετική, όμως, είναι η περίπτωση μιας μακρόχρονης και πραγματικής χρήσεως, ενταγμένης στην οικονομική ζωή γειτονικής κοινότητος και προσαρμοσμένης στις φυσικές δυνατότητες του σχηματισμού. Η Ελλάς έχει συμφέρον να διατηρεί και να τεκμηριώνει τέτοιες χρήσεις, όχι μόνο για λόγους δικαίου, αλλά και για λόγους διοικητικής συνεχείας, γεωπολιτικής παρουσίας και μελλοντικής διαπραγματευτικής ισχύος.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Λεβίθας. Σε έγγραφα κοινοβουλευτικού ελέγχου καταγράφεται μακρόχρονη οικογενειακή κατοίκηση, καθώς και κτηνοτροφική και γεωργική δραστηριότης, ενώ συγχρόνως επισημαίνεται ότι η νήσος εμφανιζόταν ως ακατοίκητη στην απογραφή του 2011. Η αντίφαση αυτή δείχνει ότι η πραγματική παρουσία μπορεί να αποδυναμώνεται όχι μόνο από τη φυσική αποχώρηση των κατοίκων, αλλά και από την αδυναμία του ίδιου του κράτους να αναγνωρίσει την κατοίκηση και να εντάξει συνεκτικά τη νησίδα στον διοικητικό του σχεδιασμό (Βουλή των Ελλήνων, 2015).

Η περίπτωση της Λεβίθας είναι αποκαλυπτική της διοικητικής ασυναρτησίας που συχνά πνίγει τα μικρά νησιά. Άδειες παραγωγής ηλεκτρικής ενεργείας είχαν χορηγηθεί χωρίς να έχει προηγηθεί αντίρρηση οποιουδήποτε δημόσιου φορέα, ενώ η διοίκηση άρχισε να διερευνά αν η νήσος ήταν κατοικημένη μόνον όταν, δύο περίπου χρόνια αργότερα, υποβλήθηκε αίτημα τροποποιήσεως των σχετικών αδειών. Συγχρόνως, η ΕΛΣΤΑΤ αναγνώρισε ότι ο μοναδικός μόνιμος κάτοικος της Λεβίθας είχε παραλειφθεί από την απογραφή του 2011. Η εικόνα αυτή δεν αποκαλύπτει απλώς γραφειοκρατική βραδύτητα, αλλά έλλειψη κοινής κρατικής αντιλήψεως για έναν χώρο εθνικώς κρίσιμο: διαφορετικές υπηρεσίες ενεργούν αποσπασματικά, χωρίς ενιαία γνώση της πραγματικής καταστάσεως και χωρίς συνεκτίμηση της δημογραφικής και γεωπολιτικής σημασίας των αποφάσεών τους (Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, 2014).

Στον αντίποδα αυτής της κρατικής αδρανείας βρίσκεται το παράδειγμα της αείμνηστης Δέσποινας Αχλαδιώτη, της Κυράς της Ρω, η οποία επέλεξε να ζήσει επί δεκαετίες στη μικρή νησίδα δυτικά του Καστελλορίζου και να υψώνει καθημερινά την ελληνική σημαία. Η παρουσία της προσέδωσε στην ελληνική κυριαρχία ανθρώπινη διάσταση και κατέστησε ορατό, με τον απλούστερο και ισχυρότερο τρόπο, ότι ακόμη και ο μικρότερος ακριτικός χώρος αποτελεί ζωντανό τμήμα της ελληνικής επικρατείας.

Η ίδια έλλειψη ενιαίας κρατικής αντιλήψεως εκδηλώνεται και όταν επιμέρους πολεοδομικοί ή περιβαλλοντικοί κανόνες εφαρμόζονται αποκομμένοι από τη συνολική λειτουργία του νησιωτικού χώρου. Η προσπάθεια διατηρήσεως της ανθρώπινης και παραγωγικής παρουσίας υπονομεύεται όταν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μηχανιστικά, χωρίς διάκριση μεταξύ μεγάλης κλίμακος εκμεταλλεύσεως και ήπιας ιστορικής δραστηριότητος. Όταν μια δεξαμενή, ένα μικρό κατάλυμα, μια εποχική κτηνοτροφική χρήση ή μια στοιχειώδης υποδομή ανεφοδιασμού απαγορεύονται χωρίς συνολική γεωπολιτική αξιολόγηση, το κράτος μπορεί να καταλήγει να ακυρώνει εμμέσως την ίδια την ανθρώπινη και οικονομική παρουσία που έχει στρατηγικό συμφέρον να διατηρήσει.

Το άρθρο 121, το δικαίωμα σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα και η επήρεια κατά την οριοθέτηση είναι διαφορετικά ζητήματα. Η διάκριση δεν πρέπει να οδηγεί σε παραίτηση πριν από διαπραγμάτευση ή αναμέτρηση επιχειρημάτων.

Ακόμη και νησί που δικαιούται ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα μπορεί να μη λάβει πλήρη επήρεια σε συγκεκριμένη οριοθέτηση. Στην υπόθεση Ρουμανίας–Ουκρανίας, το Διεθνές Δικαστήριο περιόρισε τον ρόλο της Νήσου των Όφεων πέρα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, χωρίς να αμφισβητήσει την ουκρανική κυριαρχία (International Court of Justice, 2009, παρ. 185–188).

Η Ελλάς οφείλει, συνεπώς, να διατυπώνει την επιχειρηματολογία της με ακρίβεια. Η πραγματική και διαρκής ανθρώπινη παρουσία, ιδίως όταν συνοδεύεται από οργανικά συνδεδεμένη με τον τόπο οικονομική δραστηριότητα, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διάκριση ενός νησιού που δικαιούται ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα από έναν βράχο κατά το άρθρο 121 §3 της UNCLOS. Η κατοίκηση δεν δημιουργεί κυριαρχία ούτε εξασφαλίζει αυτομάτως πλήρη επήρεια κατά την οριοθέτηση της ΑΟΖ· ενισχύει όμως το πραγματολογικό υπόβαθρο της ελληνικής θέσεως, διατηρεί τη διοικητική συνέχεια και αποτρέπει την ουσιαστική ερήμωση του χώρου. Αυτά, μαζί με τους συνασπισμούς ομοειδών συμφερόντων, είναι τα καλλίτερα επιχειρήματα ενώπιον των διεθνών δικαστηρίων.

4. Διαφορετικοί τύποι μικρών νησιών

Η εθνική πολιτική πρέπει να διακρίνει τέσσερις κατηγορίες.

-Μικρά μόνιμα κατοικημένα νησιά, όπως Αρκιοί, Λειψοί, Οινούσσες, Ψαρά και Άγιος Ευστράτιος, κ.λπ., που αποτελούν κύριο στόχο δημογραφικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

-Νησίδες με ιστορική, εποχική ή περιορισμένη παρουσία, όπως Λέβιθα, Κίναρος και Κυρά Παναγιά, κ.λπ., όπου απαιτούνται αναγκαίες υποδομές και συνέχεια νόμιμων χρήσεων χωρίς ανεξέλεγκτη οικοδόμηση.

-Νησίδες μεγάλης οικολογικής ευαισθησίας, όπως το Πιπέρι κ. ά., όπου η οικονομική δραστηριότης μπορεί σκοπίμως να περιορίζεται δραστικά, αλλά η διοικητική, επιστημονική και επιτηρητική παρουσία πρέπει να εντείνεται.

-Γυμνοί ή δυσπρόσιτοι στρατηγικοί σχηματισμοί, όπως ο Καλόγερος, τα Ίμια, κ.λπ., των οποίων η αξία έγκειται στην κυριαρχία, στη θέση, στην αιγιαλίτιδα ζώνη και στην ένταξη στο σύστημα επιτηρήσεως και αμύνης.

Η κατηγοριοποίηση αυτή επιτρέπει στο κράτος να αποφεύγει τόσο την απαξίωση κάθε ακατοίκητης νησίδας ως άχρηστου βράχου όσο και την εγκατάσταση προσχηματικής οικονομικής δραστηριότητος εκεί όπου οι φυσικές συνθήκες δεν την επιτρέπουν. Σε κάθε περίπτωση, η εγκατάσταση και παρακολούθηση επιστημονικού εξοπλισμού, η συστηματική ένταξη των σχηματισμών αυτών σε ερευνητικά προγράμματα και η λειτουργία φάρων ή άλλων υποδομών ναυσιπλοΐας αποτελούν πραγματικές και χρήσιμες δραστηριότητες, οι οποίες ούτε προϋποθέτουν μόνιμη ανθρώπινη παρουσία ούτε μπορούν να θεωρηθούν προσχηματικές. Η Ελλάς δεν χρειάζεται μύθους, αλλά ακριβή γνώση της γεωγραφίας και διαφορετική πολιτική για κάθε τύπο χώρου.

5. Περιβάλλον και εθνική ασφάλεια

Η περιβαλλοντική προστασία αποτελεί συνταγματική υποχρέωση κατά το άρθρο 24.

Στα μικρά νησιά ακόμη και περιορισμένες επεμβάσεις μπορεί να προκαλέσουν δυσανάλογη βλάβη σε χλωρίδα, θαλασσοπούλια και προστατευόμενα είδη. Δεν ταυτίζεται όμως με πλήρη απουσία του ανθρώπου. Το Natura 2000 δεν είναι καθεστώς απολύτου απαγορεύσεως: η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ επιτρέπει, υπό αυστηρούς όρους, έργα υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος όταν δεν υπάρχει εναλλακτική λύση· στις περιπτώσεις αυτές προβλέπεται λήψη αντισταθμιστικών μέτρων (Council of the European Communities, 1992a, άρθρο 6). Η διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μηχανισμό αδρανοποιήσεως της ελληνικής παρουσίας ή αποσυνδέσεως νησίδων από τις κοινότητές τους. Άλλη επίδραση έχει η υπερβόσκηση ή μεγάλη τουριστική εγκατάσταση και άλλη η εποπτευόμενη εποχική βόσκηση, μία δεξαμενή, εγκατάσταση επικοινωνιών ή ένα μικρό λιμενικό έργο. Η σωστή πολιτική είναι ελεγχόμενη ανθρώπινη παρουσία, όπου είναι δυνατόν, αυστηρή προστασία όπου απαιτείται, και αδιάκοπη άσκηση ελληνικής διοικήσεως. Απαιτείται επίσης σταθερή, διακριτική και αποτελεσματική παρουσία της Ελληνικής Ακτοφυλακής για επιτήρηση, εφαρμογή του νόμου, και ήπια αποτροπή.

Πριν περιοριστεί δραστηριότητα πρέπει να εξετάζονται οι εναλλακτικές θέσεις, η κλίμακα, η εποχικότης, οι τεχνικές μειώσεως της βλάβης και τα αντισταθμιστικά μέτρα. Αν, παρά τις προσαρμογές, θίγονται η ασφάλεια, η αποτροπή, η διοικητική συνέχεια και η ελληνική παρουσία σε κρίσιμο χώρο, η εθνική ασφάλεια πρέπει να υπερισχύει. Μια τέτοια πολιτική δεν αφήνει ασύδοτη την ιδιωτική εκμετάλλευση, αλλά μόνον θεραπεύει πραγματικές ανάγκες: κατοίκηση, πρόσβαση, ύδρευση, ενέργεια, επικοινωνίες, πολιτική προστασία, επιτήρηση και ιστορικές χρήσεις.

Η περιβαλλοντική προστασία είναι και μορφή κρατικής εξουσίας. Παρακολούθηση, φύλαξη, ρύθμιση αλιείας, αποκατάσταση οικοτόπων και έλεγχος επισκεψιμότητος αποδεικνύουν ότι ο χώρος διοικείται.

6. Ένα εθνικό πρόγραμμα νησιωτικής ανθεκτικότητος

Η ανθρώπινη παρουσία απαιτεί εισόδημα, ύδρευση, ενέργεια, επικοινωνίες, μεταφορές, υγιεία και παιδεία· οι πατριωτικές εκκλήσεις δεν φθάνουν.

Ο κάτοικος δεν είναι άμισθος συνοριοφύλακας. Μία σταθερή κοινότητα, έστω και μικρή, δημιουργεί δραστηριότητες: ακτοπλοΐα, τηλεπικοινωνίες, διοικητική παρουσία και συνεχή χρήση του χώρου· από την άλλη πλευρά, ένα εγκαταλειμμένο νησί μετατρέπεται πολύ εύκολα σε αφηρημένο σημείο του χάρτη. Για τον λόγο αυτόν απαιτείται ένα Εθνικό Πρόγραμμα Νησιωτικής Ανθεκτικότητος, με σταθερή πολυετή χρηματοδότηση. Ο ν. 4770/2021 εισήγαγε την «Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική στον Νησιωτικό Χώρο» και προέβλεψε σχετικά χρηματοδοτικά εργαλεία. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία αναγνώρισε την ανάγκη ειδικής πολιτικής για τη νησιωτικότητα, δεν κατόρθωσε όμως να υπερβεί την κατακερματισμένη λειτουργία της διοικήσεως ούτε να ανακόψει τη δημογραφική και λειτουργική αποδυνάμωση των μικρών νησιών. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η απουσία θεσμικού πλαισίου, αλλά η απόσταση μεταξύ των νομοθετικών διακηρύξεων και της πραγματικής κρατικής πρακτικής. Απαιτείται, επομένως, η μετατροπή του υφιστάμενου, κυρίως αναπτυξιακού, πλαισίου σε δεσμευτική εθνική στρατηγική, η οποία θα ενσωματώνει τη δημογραφική παρουσία, τη διοικητική συνέχεια και την εθνική ασφάλεια (Ελληνική Δημοκρατία, 2021).

Η νέα αντίληψη του ΝΑΤΟ για τις αμυντικές δαπάνες παρέχει ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί. Στη Σύνοδο της Χάγης, στις 25 Ιουνίου 2025, οι σύμμαχοι δεσμεύθηκαν να κατευθύνουν έως το 2035 το 5% του ΑΕΠ σε άμυνα και σχετιζόμενες με την ασφάλεια επενδύσεις. Τουλάχιστον 3,5% αφορά τις καθαυτό στρατιωτικές ανάγκες, ενώ έως 1,5% μπορεί να αφορά κρίσιμες υποδομές, πολιτική ετοιμότητα, ανθεκτικότητα, προστασία δικτύων και συναφείς επενδύσεις (NATO, 2025).

Δεν μπορεί κάθε σχολείο ή ιατρείο να εμφανίζεται ως στρατιωτική δαπάνη. Λιμενικές εγκαταστάσεις, επικοινωνίες, ενεργειακά συστήματα, πολιτική προστασία και αποθήκες ανεφοδιασμού μπορούν όμως να ενταχθούν ως έργα διττής χρήσεως.

Η χρηματοδότηση μπορεί και πρέπει να είναι πολυτομεακή και διαφανής. Οι αμειγώς στρατιωτικές εγκαταστάσεις και η επιχειρησιακή επιτήρηση πρέπει να χρηματοδοτούνται από τον αμυντικό προϋπολογισμό. Το ίδιο και οι φάροι, αφού ανήκουν στο Πολεμικό Ναυτικό. Οι υποδομές διττής χρήσεως μπορούν να συγχρηματοδοτούνται από αμυντικούς, περιφερειακούς και αναπτυξιακούς πόρους. Η ύδρευση, η υγιεία και η εκπαίδευση πρέπει να χρηματοδοτούνται από τους αντίστοιχους κοινωνικούς προϋπολογισμούς. Η διαχείριση οικοτόπων από περιβαλλοντικούς πόρους, και η συντήρηση μοναστηριών και παραδοσιακών κτισμάτων από εκκλησιαστικούς και πολιτιστικούς πόρους.

Η ορθή διάγνωση της φύσεως των δαπανών, που οδηγεί στον ορθό επιμερισμό, απαιτεί εκσυγχρονισμό της διοικήσεως. Ο εκσυγχρονισμός της διοικήσεως στο νησιωτικό επίπεδο καθίσταται έτσι εθνική προτεραιότης.

7. Το Εθνικό Πρόγραμμα Νησιωτικής Ανθεκτικότητος

Το Εθνικό Πρόγραμμα Νησιωτικής Ανθεκτικότητος χρειάζεται θεσμούς, χρηματοδότηση και μετρήσιμες υποχρεώσεις σε τέσσερις άξονες.

Άξονας 1. Καταγραφή και ενιαίος σχεδιασμός

Πρώτη προϋπόθεση είναι το Εθνικό Μητώο Μικρών Νησιών και Νησίδων, με αποσαφήνιση της διοικητικής υπαγωγής, του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, των ιστορικών χρήσεων, καταγραφή των ιχνών κατοικήσεως, των παραγωγικών δραστηριοτήτων, των υποδομών, των περιβαλλοντικών καθεστώτων και των τεκμηρίων κρατικής παρουσίας. Ο Χάρτης πρέπει να συνδυάζει κτηματολογικά, πολεοδομικά, αρχαιολογικά, περιβαλλοντικά, ιστορικά και, όπου απαιτείται, στρατιωτικά δεδομένα· ένα μέρος του θα είναι δημόσιο και ένα άλλο διαβαθμισμένο.

Βάσει αυτού πρέπει να θεσμοθετηθούν Ειδικά Σχέδια Λειτουργικών Νησιωτικών Συμπλεγμάτων, που θα αντιμετωπίζουν νησιά, νησίδες, θαλάσσιες συνδέσεις, παραγωγή, περιβάλλον και ασφάλεια ως ενιαίο σύστημα.

Η έννοια του λειτουργικού συμπλέγματος δεν αποτελεί σήμερα κατηγορία της UNCLOS. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμείνει αποκλειστικά εσωτερικός διοικητικός όρος. Η Ελλάς μπορεί να την αναγνωρίσει στο διοικητικό και χωροταξικό της δίκαιο, να οργανώσει βάσει αυτής την κρατική της παρουσία και, σταδιακά, να τη χρησιμοποιήσει ως στοιχείο διεθνούς επιχειρηματολογίας και κρατικής πρακτικής. Οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν διαμορφώνονται μόνο μέσω θεωρητικών ερμηνειών, αλλά και μέσω επίμονης πρακτικής, πολιτικής διεκδικήσεως και αποδοχής από άλλα κράτη.

Σημαντικό σημείο αποτελεί η πρόβλεψη για Ειδική Γεωπολιτική Αξιολόγηση πριν από απαγορεύσεις χρήσεων, περιβαλλοντικές ζώνες, διακοπές δρομολογίων, κλείσιμο σχολείων ή απομάκρυνση υπηρεσιών από ένα τόπο.

Η κατακερματισμένη αντιμετώπιση των νησιωτικών προβλημάτων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση της πολυδιασπάσεως των διοικητικών αρμοδιοτήτων. Η Ελλάς διαθέτει Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (ΥΝΑΝΠ), το οποίο οφείλει, ακριβώς λόγω της θεσμικής του αποστολής, να συντονίζει τις επιμέρους πολιτικές για τον νησιωτικό χώρο. Το γεγονός ότι η ακτοπλοΐα, η δημογραφία, η ύδρευση, η χωροταξία, το περιβάλλον και οι βασικές υπηρεσίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά δεν αποδεικνύει απουσία αρμοδιότητος· αποδεικνύει αδυναμία αποτελεσματικής ασκήσεώς της. Η αδυναμία αυτή αντανακλά μια διοικητική δομή που παραμένει προσανατολισμένη στον φυσικό φάκελο, στην κατά τόπον αρμοδιότητα και στην τυπική συμμόρφωση, την ώρα που άλλοι κρίσιμοι τομείς της ελληνικής διοικήσεως έχουν μεταβεί σε ενιαία ψηφιακά μητρώα και υπηρεσίες. Ένα υπουργείο που φέρει στον τίτλο του τη νησιωτική πολιτική δεν αρκεί να διαχειρίζεται πλοία, λιμένες και λιμενικές αρχές· οφείλει να λειτουργεί ως επιτελικό κέντρο της συνοχής, της βιωσιμότητος και της γεωπολιτικής ανθεκτικότητος του νησιωτικού χώρου.

Οι τομεακές γνωμοδοτήσεις χρειάζονται σύνθεση από διυπουργικό μηχανισμό, υπό τον συντονισμό του ΥΝΑΝΠ, σε συνολική στρατηγική αποτίμηση.

Άξονας 2. Ανθρώπινη παρουσία, παραδοσιακές χρήσεις και δημόσιες υπηρεσίες

Η παραδοσιακή χρήση πρέπει να αναγνωριστεί νομικά. Εποχική βόσκηση, μελισσοκομία, αλιεία, συλλογή προϊόντων και προσωρινή διαμονή δεν μπορούν να εξομοιώνονται με νέες μεγάλες εμπορικές επενδύσεις. Η αναγνώριση αυτή δεν συνεπάγεται ανεξέλεγκτη συνέχιση κάθε παλαιάς πρακτικής. Ο αριθμός των ζώων, η εποχή, η διάρκεια της χρήσεως και η φέρουσα ικανότης κάθε νησίδος πρέπει να υπολογίζονται με επιστημονικό τρόπο. Σε ορισμένους σχηματισμούς μπορεί να απαιτείται αυστηρός περιορισμός ή πλήρης απαγόρευση. Πρέπει όμως να μεταβληθεί το διοικητικό τεκμήριο: η τεκμηριωμένη ιστορική χρήση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται εξ αρχής ως αυθαίρετη μέχρι ο κάτοικος να αποδείξει το αντίθετο.

Κάθε μόνιμα κατοικημένο μικρό νησί χρειάζεται εγγυημένο επίπεδο υπηρεσιών: ακτοπλοΐα, επείγουσα διακομιδή, τηλεϊατρική, εκπαίδευση, ύδρευση, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες και διοικητική εξυπηρέτηση. Οι υπηρεσίες μπορούν να οργανώνονται διανησιωτικά, αλλά πρέπει να είναι σταθερές και πραγματικές. Η ακτοπλοΐα πρέπει, στο πλαίσιο αυτό, να αντιμετωπίζεται ως υπηρεσία εθνικής συνοχής και ασφαλείας. Οι άγονες γραμμές δεν μπορούν να αξιολογούνται μόνο με βάση τον αριθμό των εισιτηρίων ή τη βραχυπρόθεσμη εμπορική τους απόδοση. Το ευρωπαϊκό ενωσιακό πλαίσιο επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνάπτουν συμβάσεις δημοσίας υπηρεσίας ή να επιβάλλουν υποχρεώσεις δημοσίας υπηρεσίας για τακτικές θαλάσσιες συνδέσεις προς, από και μεταξύ νησιών (Council of the European Communities, 1992b). Οι γραμμές αυτές μεταφέρουν κατοίκους, τρόφιμα, ζώα, υλικά, εργαζομένους και κρατικές υπηρεσίες. Αποτελούν κρίσιμο τμήμα της εθνικής εφοδιαστικής αλύσσου και της καθημερινής λειτουργίας του νησιωτικού χώρου.

Άξονας 3. Υποδομές, τοπική επιμελητεία και χρηματοδότηση

Απαιτείται συγκρότηση Εθνικού Ταμείου Νησιωτικής Ανθεκτικότητος, με πολυετή προϋπολογισμό και κριτήρια επιλεξιμότητος δαπανών. Το Ταμείο θα χρηματοδοτεί υποδομές διττής χρήσεως, κατοικίες, τηλεϊατρική, αφαλατώσεις, ενεργειακή αυτονομία, αγκυροβόλια, δίκτυα, περιβαλλοντική παρακολούθηση και μικρής κλίμακος παραγωγή, πάντοτε σε απάντηση συγκεκριμένης ανάγκης και με μετρήσιμο αποτέλεσμα. Μπορούν επίσης να θεσπιστούν αμειβόμενες συμβάσεις νησιωτικής επιμελητείας με μέλη των τοπικών κοινωνιών για παρακολούθηση, αναφορά ρυπάνσεως ή παρανομιών, συντήρηση εγκαταστάσεων και υποστήριξη επιστημονικών αποστολών. Οι συμβάσεις αξιοποιούν την τοπική γνώση και εγγύτητα, δεν υποκαθιστούν τις αρμόδιες αρχές, και υπάγονται σ΄ αυτές.

Άξονας 4. Διοίκηση, έλεγχος και δημόσια λογοδοσία

Η κυβέρνηση πρέπει να υποβάλλει ετήσια έκθεση στη Βουλή για τα μικρά νησιά και τα λειτουργικά συμπλέγματα. Η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει την εξέλιξη του πληθυσμού, τη λειτουργία σχολείων και βασικών υπηρεσιών, την κατάσταση των υποδομών, τη συχνότητα των ακτοπλοϊκών συνδέσεων, την περιβαλλοντική κατάσταση, τη συνέχεια των παραδοσιακών χρήσεων και την πρόοδο των στρατηγικών έργων. Μπορεί να διαθέτει δημόσιο και διαβαθμισμένο μέρος, ώστε να συνδυάζονται η δημοκρατική λογοδοσία και η προστασία των ευαισθήτων επιχειρησιακών πληροφοριών.

Κάθε έργο πρέπει να εντάσσεται σε συγκεκριμένο σχέδιο, να έχει δείκτες αποτελέσματος και να υπόκειται σε οικονομικό και διοικητικό έλεγχο. Η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να αποτελεί πρόσχημα για αδιαφάνεια ή πελατειακές εξαιρέσεις. Οι δεσμεύσεις αυτές μετατρέπουν τη νησιωτική παρουσία από αποσπασματική διαχείριση σε μόνιμη κρατική πολιτική.

8. Οι αναγκαίες αντιρρήσεις

Πρώτη αντίρρηση είναι το υψηλό κόστος υπηρεσιών ανά κάτοικο. Η παρατήρηση είναι λογιστικώς ορθή, αλλά πολιτικώς και εθνικώς ανεπαρκής. Οι υπηρεσίες αυτές δεν εξυπηρετούν μόνον τους μόνιμους κατοίκους· διατηρούν λιμένες, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, υποδομές και δυνατότητα κρατικής επεμβάσεως σε ευρύτερο θαλάσσιο χώρο. Το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί με λύσεις μικρής κλίμακος και υψηλής τεχνολογικής αποδόσεως. Το κρίσιμο είναι η στάθμιση του βραχυπροθέσμου κόστους διατηρήσεως λειτουργικού εθνικού χώρου έναντι του πολύ μεγαλύτερου μακροπροθέσμου κόστους της εγκαταλείψεώς του. Οι ιδιαιτερότητες της νησιωτικότητος επιβάλλουν τον επιμερισμό του προσθέτου αυτού κόστους στο σύνολο των φορολογουμένων, όπως ακριβώς επιμερίζεται το κόστος της εθνικής αμύνης. Η απόδοση των σχετικών επενδύσεων δεν μπορεί, να αποτιμάται αποκλειστικά με όρους άμεσης οικονομικής αποδοτικότητος, αλλά και με κριτήρια εθνικής συνοχής, διοικητικής παρουσίας, και κυρίως ανθεκτικότητος και ασφαλείας.

Δεύτερη αντίρρηση είναι ο κίνδυνος εργαλειοποιήσεως των κατοίκων. Η κατοίκηση ενός τόπου πρέπει να είναι προϊόν ελευθέρας βουλήσεως και με αξιοπρεπείς συνθήκες· το κράτος οφείλει να δημιουργεί ευνοϊκούς όρους επιλογής, όχι να απαιτεί καταναγκαστική παρουσία ως «ανθρώπινη σημαία».

Η τρίτη αντίρρηση αφορά την περιβαλλοντική βλάβη από την κτηνοτροφία. Σε έναν μικρό και άνυδρο σχηματισμό ακόμη και περιορισμένος αριθμός ζώων μπορεί να προκαλέσει υπερβόσκηση και εδαφική διάβρωση. Η αντίρρηση είναι απολύτως βάσιμη. Η κτηνοτροφική δραστηριότης δεν είναι αυτομάτως ωφέλιμη επειδή είναι παραδοσιακή. Χρειάζεται καθορισμός της φερούσης ικανότητος της νησίδος, των εποχικών περιορισμών, και ενδεχομένως των περιοχών πλήρους αποκλεισμού και επιλογής του εκτρεφομένου είδους. Σε ορισμένες νησίδες η βόσκηση πρέπει να απαγορευθεί και αντικατασταθεί με άλλη οικονομική δραστηριότητα. Σε άλλες μπορεί να επιτρέπεται υπό αυστηρό έλεγχο.

Τέταρτη αντίρρηση είναι η υποψία ότι επιχειρείται τεχνητή κατασκευή οικονομικής ζωής με σκοπό τη θεμελίωση θαλασσίων δικαιωμάτων. Μία καθαρά προσχηματική εγκατάσταση θα ήταν νομικώς αδύναμη και πολιτικώς ευάλωτη στις αιτιάσεις της Τουρκίας. Η διατήρηση, όμως, υπαρκτών κοινοτήτων, ιστορικών χρήσεων και πραγματικών δικτύων ανεφοδιασμού δεν είναι προσχηματική. Εκεί δε όπου οι φυσικές συνθήκες δεν επιτρέπουν ανθρώπινη κατοίκηση ή συνήθη οικονομική δραστηριότητα, η ενεργός παρουσία του κράτους μπορεί να εξασφαλίζεται με φάρους, επιστημονικά και περιβαλλοντικά προγράμματα, συστήματα παρακολουθήσεως και τακτική διοικητική επιτήρηση.

Η πέμπτη αντίρρηση είναι ότι η ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας μπορεί να προκαλέσει ένταση με την Τουρκία. Η αντίρρηση αυτή αντιστρέφει τη λογική της κυριαρχίας. Η Ελλάς δεν μπορεί να περιορίζει την άσκηση νομίμων δικαιωμάτων επί της επικρατείας της επειδή ένα τρίτο κράτος τα αμφισβητεί ή απειλεί να αντιδράσει. Μία τέτοια αυτοσυγκράτηση δεν μειώνει την ένταση· μετατρέπει την τουρκική πίεση σε αποτελεσματικό μέσο de facto περιορισμού της ελληνικής κυριαρχίας και ενθαρρύνει νέες αξιώσεις.

Η διατήρηση κατοίκων, ακτοπλοϊκών και κάθε άλλου είδους συνδέσεων, υδρεύσεως, περιβαλλοντικής παρακολουθήσεως, παραγωγικών χρήσεων, διοικητικών υπηρεσιών και υποδομών ασφαλείας αποτελεί κανονική άσκηση κρατικής εξουσίας επί ελληνικού εδάφους. Όπου απαιτείται, η παρουσία αυτή πρέπει να υποστηρίζεται και από αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα. Η αποτροπή δεν προϋποθέτει θεαματικές ή ασύντακτες κινήσεις, αλλά σταθερότητα, συνέχεια, επιχειρησιακή ετοιμότητα και σαφή βούληση προστασίας του χώρου.

Η αποφυγή αχρείαστης κλιμακώσεως είναι θεμιτή· δεν πρέπει όμως να μετατρέπεται σε κατευναστική πολιτική ή σε προληπτική παραίτηση από δικαιώματα. Η ηρεμία που εξασφαλίζεται με αυτοπεριορισμό είναι προσωρινή και εύθραυστη. Η διαρκέστερη σταθερότης στηρίζεται στην αδιαμφισβήτητη άσκηση κυριαρχίας και στην πεποίθηση ότι κάθε απόπειρα δημιουργίας τετελεσμένων θα αποτύχει.

Η έκτη αντίρρηση αφορά τον κίνδυνο πελατειακής διαχειρίσεως. Ένα ειδικό ταμείο σε συνδυασμό με εξαιρέσεις με επίκληση της εθνικής ασφαλείας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αυθαίρετες κατασκευές, τουριστικά συμφέροντα ή αδιαφανείς επιδοτήσεις. Ο κίνδυνος είναι πραγματικός. Κάθε έργο πρέπει να συνδέεται με δημοσιευμένο σχέδιο, συγκεκριμένο δείκτη αποτελέσματος και πλήρη οικονομικό έλεγχο. Η στρατηγική αξία μιας νησίδος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για τη μετατροπή της σε κοινό εμπορικό ακίνητο. Χωρίς σαφή όρια, η πρόταση μπορεί να διολισθήσει σε δαπανηρό συμβολισμό, οικολογική βλάβη ή πελατειακή διαχείριση. Με σαφή όρια, μπορεί να μετατραπεί σε σοβαρή πολιτική εθνικής ανθεκτικότητος.

Προτάσεις προς την πολιτική ηγεσία

Η επόμενη κυβέρνηση δεν χρειάζεται να εξαγγείλει ακόμη μία γενική πολιτική για τη νησιωτικότητα. Χρειάζεται να αναλάβει συγκεκριμένες, δεσμευτικές και μετρήσιμες υποχρεώσεις.

Πρώτον, να αναγνωρίσει επισήμως τον αιγαιακό νησιωτικό χώρο ως ενιαίο λειτουργικό και στρατηγικό σύστημα και να θεσμοθετήσει την έννοια του Λειτουργικού Νησιωτικού Συμπλέγματος στον διοικητικό και χωροταξικό σχεδιασμό.

Δεύτερον, να καταρτίσει Εθνικό Μητρώο Μικρών Νήσων και Νησίδων, στο οποίο θα καταγράφονται η διοικητική υπαγωγή, οι διεθνείς τίτλοι, οι ιστορικές και τρέχουσες παραγωγικές χρήσεις, οι υποδομές, τα περιβαλλοντικά καθεστώτα και κάθε τεκμήριο συνεχούς κρατικής παρουσίας.

Τρίτον, να εκπονήσει ειδικό σχέδιο για κάθε λειτουργικό νησιωτικό σύμπλεγμα, συνδέοντας την κατοίκηση, την ακτοπλοΐα, την ύδρευση, την ενέργεια, την παραγωγή, την περιβαλλοντική προστασία, την επιτήρηση και την άμυνα.

Τέταρτον, να καθιερώσει υποχρεωτική προληπτική γεωπολιτική αξιολόγηση πριν από κάθε απόφαση που μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του πληθυσμού, διακοπή ιστορικών χρήσεων, απομάκρυνση υπηρεσιών ή αποδυνάμωση της ελληνικής παρουσίας σε μικρό νησί ή νησίδα.

Πέμπτον, να εξασφαλίσει σε κάθε μόνιμα κατοικημένο μικρό νησί ελάχιστο εγγυημένο επίπεδο ακτοπλοϊκής συνδέσεως, υγιειονομικής καλύψεως, εκπαιδεύσεως, υδρεύσεως, ενεργειακής επαρκείας, τηλεπικοινωνιών και διοικητικής εξυπηρετήσεως.

Έκτον, να ιδρύσει Εθνικό Ταμείο Νησιωτικής Ανθεκτικότητος, με πολυετή χρηματοδότηση, διαφανή κριτήρια, μετρήσιμα αποτελέσματα και δυνατότητα συνδυασμού αναπτυξιακών, περιβαλλοντικών, κοινωνικών και αμυντικών πόρων.

Έβδομον, να αναθέσει στο Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής πραγματική επιτελική αρμοδιότητα και ευθύνη συντονισμού, συνοδευόμενη από ενιαία ψηφιακά μητρώα, κατάργηση της διοικητικής εξαρτήσεως από τον φυσικό φάκελο, και ετήσια λογοδοσία ενώπιον της Βουλής.

Όγδοον, να διαμορφώσει συμμαχίες με άλλα μεικτά αρχιπελαγικά κράτη και να επιδιώξει μακροπρόθεσμα και με συνέπεια την εξέλιξη του διεθνούς δικαίου προς την αναγνώριση της λειτουργικής και γεωγραφικής ενότητός τους.

Ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν αποτελεί επιθετική μεταβολή του status quo. Αποτελεί κανονική, συστηματική και αποτρεπτικώς αξιόπιστη άσκηση ελληνικής κυριαρχίας και διοικήσεως. Η αποφυγή κατευναστικών αυτοπεριορισμών, η διατήρηση πραγματικών κοινοτήτων, η προστασία των ιστορικών χρήσεων και η συνεχής παρουσία του κράτους είναι προϋποθέσεις σταθερότητος, όχι αιτίες εντάσεως.

Η υπεράσπιση του Αιγαίου δεν αρχίζει όταν εμφανιστεί ξένο πολεμικό πλοίο. Αρχίζει με τις αποφάσεις για τον κάτοικο, το δρομολόγιο, το σχολείο, τη δεξαμενή, τον φάρο, την επιστημονική αποστολή και τη διοικητική πράξη. Η κυριαρχία θεμελιώνεται στο δίκαιο· η γεωπολιτική της αντοχή εξασφαλίζεται με παρουσία, υποδομές, αποτρεπτική ισχύ και προ παντός πολιτική βούληση.


Υποσημειώσεις

  1. Η ιστορία του Δικαίου της Θαλάσσης δείχνει ότι πολλοί σημερινοί κανόνες άρχισαν ως μονομερείς και αρχικώς αμφισβητούμενες κρατικές αξιώσεις, οι οποίες, όταν επανελήφθησαν, υποστηρίχθησαν πολιτικά και έγιναν ευρύτερα αποδεκτές, ενσωματώθηκαν τελικώς στο διεθνές δίκαιο. Η αιγιαλίτις ζώνη εξελίχθηκε από τον παλαιό κανόνα της βολής του πυροβόλου και το όριο των τριών μιλίων στο γενικώς αποδεκτό σήμερα μονομερές δικαίωμα των δώδεκα ναυτικών μιλίων. Το 1941 ο πρόεδρος Roosevelt επεξέτεινε την αμερικανική ναυτική επιτήρηση στον Ατλαντικό έως περίπου την Ισλανδία και τις προσβάσεις της Ιρλανδίας· δεν επρόκειτο για διεκδίκηση χωρικών υδάτων, αλλά για χαρακτηριστικό παράδειγμα στρατηγικής πρωτοβουλίας που προηγήθηκε της πλήρους δικαιϊκής της θεμελιώσεως, με σκοπό την προστασία νηοπομπών προ της εξόδου των ΗΠΑ στον πόλεμο. Το 1945, η Διακήρυξη Truman υπήγαγε μονομερώς τους θαλασσίους και υποθαλασσίους φυσικούς πόρους στη δικαιοδοσία και τον έλεγχο των ΗΠΑ· η αρχική αντίληψη της υφαλοκρηπίδας συνδεόταν με το βάθος των 100 οργυιών, για να κωδικοποιηθεί στη Σύμβαση της Γενεύης του 1958 και αργότερα να διευρυνθεί με το άρθρο 76 της UNCLOS. Το 1952, η Διακήρυξη του Santiago από τη Χιλή, το Περού και τον Ισημερινό διεκδίκησε αποκλειστική εκμετάλλευση έως 200 ναυτικά μίλια, συμβάλλοντας στην εξέλιξη της εννοίας της ΑΟΖ. Η μονομερής Διακήρυξη Djuanda του 1957 συνέδεσε με ευθείες γραμμές βάσεως τα εξώτερα νησιά της Ινδονησίας, που είχε μόλις ανεξαρτητοποιηθεί, και αντιμετώπισε τα μεταξύ τους ύδατα ως ενιαίο εθνικό χώρο· η αρχικώς αμφισβητούμενη αρχή του αρχιπελαγικού κράτους αναγνωρίστηκε τελικώς στο Μέρος IV της UNCLOS. Αντιστοίχως, η Ισλανδία επεξέτεινε διαδοχικά την αποκλειστική αλιευτική της ζώνη, προκαλώντας τις συγκρούσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο που έμειναν γνωστές ως «Πόλεμοι του Μπακαλιάρου». Η τελική καθιέρωση ζώνης 200 ναυτικών μιλίων εντάχθηκε στη γενικότερη διεθνή τάση, που οδήγησε αργότερα στην αναγνώριση της ΑΟΖ. Τέλος, η πρόταση του πρεσβευτή της Μάλτας Arvid Pardo το 1967 οδήγησε στην αναγνώριση των βαθέων ωκεανίων πυθμένων πέραν της δικαιοδοσίας των κρατών, ως «κοινής κληρονομίας της ανθρωπότητος». Οι εξελίξεις αυτές συντέθηκαν, ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις, στη Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Δεν αποδεικνύουν ότι κάθε αυθαίρετη μονομερής αξίωση παράγει δίκαιο· αποδεικνύουν όμως ότι το διεθνές δίκαιο συχνά εξελίσσεται μέσω της αλληλεπιδράσεως κρατικής πρωτοβουλίας, αντιδράσεων, σταδιακής αποδοχής και τελικής συμβατικής κωδικοποιήσεως.

  2. Επί της ουσίας, βεβαίως, η κυριαρχία εξαρτάται τελικώς και κυρίως από την ισχύ. Επί παραδείγματι, σε περίπτωση στρατιωτικής κατοχής η κυριαρχία ασκείται από τον κατακτητή παρά την καταπάτηση όλων των διεθνών δικαιικών κανόνων. Ενίοτε, κάποιοι διεθνείς παράγοντες ενοχλούνται, αλλά στην περίπτωση της Κύπρου ουδείς. Αυτό δίδει και το μέτρο της αξίας του διεθνούς δικαίου απογυμνωμένου από την κατάλληλη ισχύ για την εφαρμογή του.

Βιβλιογραφία

Council of the European Communities. 1992a. Council Directive 92/43/EEC of 21 May 1992 on the Conservation of Natural Habitats and of Wild Fauna and Flora. Official Journal L 206, 22 July 1992, pp. 7–50. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/ALL/?uri=CELEX:31992L0043

Council of the European Communities. 1992b. Council Regulation (EEC) No 3577/92 of 7 December 1992 Applying the Principle of Freedom to Provide Services to Maritime Transport within Member States (Maritime Cabotage). Official Journal L 364, 12 December 1992, pp. 7–10. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX:31992R3577

European Commission. 2019. Managing Natura 2000 Sites: The Provisions of Article 6 of the Habitats Directive 92/43/EEC. Official Journal C 33, 25 January 2019. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=OJ:JOC_2019_033_R_0001

European Commission. 2021. Assessment of Plans and Projects in Relation to Natura 2000 Sites — Methodological Guidance on Article 6(3) and (4) of the Habitats Directive 92/43/EEC. Official Journal C 437, 28 October 2021. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=OJ:C:2021:437:FULL

European Parliament and Council. 2013. Regulation (EU) No 229/2013 of 13 March 2013 Laying Down Specific Measures for Agriculture in Favour of the Smaller Aegean Islands. Official Journal L 78, 20 March 2013, pp. 41–50. https://eur-lex.europa.eu/eli/reg/2013/229/oj

International Court of Justice. 2009. Maritime Delimitation in the Black Sea (Romania v. Ukraine), Judgment of 3 February 2009. I.C.J. Reports 2009, p. 61. https://www.icj-cij.org/case/132/judgments

NATO. 2025. The Hague Summit Declaration. Issued by the NATO Heads of State and Government, The Hague, 25 June 2025. https://www.nato.int/en/about-us/official-texts-and-resources/official-texts/2025/06/25/the-hague-summit-declaration

Panitsa, Maria, and Dimitrios Tzanoudakis. 2001. “A Floristic Investigation of the Islet Groups Arki and Lipsi, East Aegean Area, Greece.” Folia Geobotanica 36: 265–279. https://doi.org/10.1007/BF02803180

Permanent Court of Arbitration. 2016. The South China Sea Arbitration: The Republic of the Philippines v. The People’s Republic of China, Award of 12 July 2016. Reports of International Arbitral Awards, vol. XXXIII, pp. 153–617. https://legal.un.org/riaa/cases/vol_XXXIII/153-617.pdf

Redgwell, Catherine, and Antonios Tzanakopoulos. 2023. “The Interaction of Treaty and Custom in the Concept of Offshore Archipelagos.” International and Comparative Law Quarterly 72(3): 573–599. https://doi.org/10.1017/S0020589323000222

United Nations. 1974a. Greece: Draft Articles on the Regime of Islands and Other Related Matters, A/CONF.62/C.2/L.50. Third United Nations Conference on the Law of the Sea, Official Records, vol. III. https://legal.un.org/diplconf_records/1973_los/vol3.shtml

United Nations. 1974b. Turkey: Draft Articles on the Regime of Islands, A/CONF.62/C.2/L.55. Third United Nations Conference on the Law of the Sea, Official Records, vol. III. https://legal.un.org/diplconf_records/1973_los/vol3.shtml

United Nations. 1974c. Third United Nations Conference on the Law of the Sea, Second Committee, 39th Meeting, A/CONF.62/C.2/SR.39, 14 August 1974. https://legal.un.org/diplconf_records/1973_los/docs/english/vol_2/a_conf62_c2_sr39.pdf

United Nations. 1982. United Nations Convention on the Law of the Sea. Montego Bay, 10 December 1982. Ιδίως Μέρος IV, άρθρα 46–53, και Μέρος VIII, άρθρο 121. https://www.un.org/depts/los/convention_agreements/texts/unclos/unclos_e.pdf

Βουλή των Ελλήνων. 2015. «Ως ακατοίκητη βραχονησίδα χαρακτηρίζεται η νήσος Λέβιθα». Έγγραφο κοινοβουλευτικού ελέγχου σχετικά με την υπ’ αριθ. 2883/24.9.2014 ερώτηση και τις απαντήσεις των αρμόδιων υπουργείων. 30 Οκτωβρίου 2015. https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c0d5184d-7550-4265-8e0b-078e1bc7375a/9367134.pdf

Ελληνική Δημοκρατία. 2021. Νόμος 4770/2021: Ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική στον νησιωτικό χώρο. ΦΕΚ Α΄ 15/29.1.2021. https://www.hellenicparliament.gr/Nomothetiko-Ergo/Anazitisi-Nomothetikou-Ergou?law_id=251eecea-ebb0-465a-a8e0-acb5015986e9

Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης — ΕΕΤΑΑ. 2023. Νησιωτικότητα 2021–2027: Χαρακτηριστικά, προβλήματα και προτάσεις πολιτικής. https://eetaa.gr/wp-content/uploads/2023/06/nisiotikotita-2021-2027.pdf

Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής — ΟΦΥΠΕΚΑ. χ.χ. Μονάδα Διαχειρίσεως Εθνικού Πάρκου Αλοννήσου, Βορείων Σποράδων και Προστατευόμενων Περιοχών Ανατολικής Θεσσαλίας. https://necca.gov.gr/en/mdpp/management-unit-of-alonissos-northern-sporades-national-park-and-protected-areas-of-eastern-thessaly/

Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. 2014. «Απάντηση στην υπ’ αριθ. 2883/24.09.2014 ερώτηση του βουλευτή Χρ. Παππά». Αρ. πρωτ. ΥΑΠΕ/Φ38/2120/16200, 17 Οκτωβρίου 2014. Με συνημμένο το υπ’ αριθ. Ο-59779/09.10.2014 έγγραφο της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας. https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/67715b2c-ec81-4f0c-ad6a-476a34d732bd/9055931.pdf

Previous Post Next Post